Στον ιστότοπό μου αναρτώνται κείμενα διαφορετικής προέλευσης, για να επισημαίνονται με τρόπο πολυφωνικό μεν, επιλεγμένο δε (με κριτήριο την - κατά την δική μας, αναγκαία, κρίση – υγιή, εθνικά και τεκτονικά, διέγερση της συνείδησής μας, ως Ελλήνων πολιτών και τεκτόνων), γεγονότα επίκαιρα, στοχασμοί πολιτικοί και προβληματισμοί διαχρονικοί, όπως αναδεικνύονται μέσα από την κοινωνία μας, από ανθρώπους κατά τεκμήριο εκτός του τεκτονισμού, περιορίζοντας στο ελάχιστο προσωπικές μας, ειδικές ή μη, απόψεις, από όσα θα έχετε αντιληφθεί. Και πάντοτε αναφέρεται η πηγή (εκτός αν υπάρχει ενάντιος λόγος ή τυχαία παράλειψη).

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ 1940

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ 1940
Στην Κηφισιά, σε ένα σταυροδρόμι ισκιωμένο από μεγάλα πεύκα που
γέρνουν πάνω σε ροδοδάφνες, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή, βρίσκεται μια
βίλα διώροφη, σταχτιά, με παράθυρα βυζαντινού ρυθμού, μέσα σε κήπο. Η
όψη της, παλαιική, δεν έχει τίποτα το αξιοπρόσεχτο· τίποτ’άλλο από μιαν
αρχοντιά λιγάκι κουρασμένη. Η πόρτα του κήπου, σιδερένια, δίφυλλη,
βρίσκεται σε κοφτή γωνία και βγάζει στο σταυροδρόμι.
Εκεί, στις τρεις παρά δέκα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, μέσα στη νύχτα,
ήλθε και σταμάτησε ένα αυτοκίνητο του Διπλωματικού Σώματος. Ο σκοπός
χωροφύλακας ξέκρινε μέσα τρεις άνδρες. Ο ένας τους βγήκε, τού μίλησε
ελληνικά, και του εξήγησε πως ο Πρεσβευτής της Ιταλίας ζητάει να ιδεί τον
Πρόεδρο της Κυβερνήσεως. Έχει να του κάνει, λέει, μιαν υπερεπείγουσαν
ανακοίνωση. Ο σκοπός κτύπησε το ηλεκτρικό κουδούνι της σκοπιάς του, να
ειδοποιήσει το σπίτι. Κοιμόνταν όλοι. Στη βαθειά γαλήνη της νύχτας, μακρυά
κάπου, ακουγότανε να γαυγίζει ένα σκυλί.
Η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της Ιστορίας.Δίχως άλλο προοίμιο, ο Γκράτσι
δήλωσε, μιλώντας γαλλικά, πως η κυβέρνησή του τον έχει επιφορτήσει να
επιδώσει μιαν επείγουσαν ανακοίνωση.
Έδωσε το τελεσίγραφο.
Ο Ιωάννης Μεταξάς άρχισε να διαβάζει...
Ο Γκράτσι, στο βιβλίο του, το γραμμένο είν’αλήθεια μ’έντονο αίσθημα
ντροπής για τη συμπεριφορά των ανθρώπων που κυβερνούσαν τότε τη χώρα
του, λέει πως «τα χέρια του Μεταξά, καθώς κρατούσαν το τελεσίγραφο,
ελαφροέτρεμαν συγκινημένα ,και τα μάτια του, πίσω από τα γυαλιά, ήταν
υγρά. Η στιγμή, πραγματικά, ήταν δραματική και επίσημη. Το βάρος της
ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο έθνος, στις παραδόσεις του, θα
μπορούσε να λυγίσει πολύ στιβαρούς ώμους. Ας ειπωθεί προς τιμήν τού
Μεταξά ότι δεν λύγισε τους δικούς του».
Είναι ολοφάνερο αδ. μου,πως μέσα στη συνείδησή του μιλούσε εκείνη την
ώρα κάτι πέρα από την πρακτική φρόνηση και τον πολιτικό ρεαλισμό. Μέσα
στη νύχτα, στο σαλονάκι με τη πολύ απλή επίπλωση όπου βρισκόταν μόνος
του, υπόλογος απέναντι στην Ελλάδα, εντολοδόχος της, ο Μεταξάς άκουσε
μέσα στο αίμα του τη βαθειά φωνή της εθνικής ψυχής.
Όταν αποδιάβασε ο Μεταξάς το κείμενο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη
διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου
στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού
Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και
άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική,
σήκωσε τα μάτια του, κοίταξε καλά τον πρεσβευτή και με φωνή στγκινημένη
αλλά στέρεα, εἰπε :
«Alors, c’ est la guerre». Ώστε λοιπόν, πόλεμος !
Τότε ο Γκράτσι του είπε ὀτι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Του απάντησε
ΟΧΙ . Στη συνέχεια ο πρέσβης πρόσθεσε, ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο
Μεταξάς τον διέκοψε και του είπε πάλι ΟΧΙ !
Τότε ο Γκράτσι, με ευλάβεια υποκλίθηκε μπροστά στον έλληνα πρωθυπουργό
κι’ έφυγε με το κεφάλι σκυμμένο, υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό
προ του γέροντος αυτού, που εκπροσωπόντας το Έθνος του προτίμησε την
υπερτάτη τούτη στιγμή την οδό της θυσίας, παρά την ατίμωση.
( Άγγελος Τερζάκης : Ελληνική Εποποιία 1940 -1941)
Με ένα τελεσίγραφο, αδ. μου, μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των
Εθνών, για το περιεχόμενο, την ώρα, και τον τρόπο που το παρουσίασαν, η
Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώσει τα εδάφη της, να αρνηθεί την
Ελευθερία της, και να κατασπιλώσει την τιμή της.
Στην ιταμή αυτή αξίωση οι Έλληνες δώσανε την απάντηση που επέβαλλαν
3000 ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή τους, και γραμμένες
μέχρι την τελευταία γωνιά της ιερής τους γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων
ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας.
Σ’ αυτόν τον άνισο, σκληρότατο, αλλά και πεισματώδη αγώνα, αγωνίσθηκαν
για τη σωτηρία όλων εκείνων των υψηλών αξιών που αποτελούν τον
πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που
κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι τους πρόγονοι.
Τις 30 Οκτ. του ’40, ο Ιωάννης Μεταξάς , σε μια προφητική θα λέγαμε
ανακοίνωση προς τους εκδότες των αθηναικών εφημερίδων στο Ξενοδοχείο
της Μεγ. Βρεττανίας που ευρίσκετο το Γεν. Επιτελείο , έλεγε μεταξύ άλλων
και τα κάτωθι, εξηγόντας τους γιατί είπε το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς:
«Ομολογώ, ότι εμπρός στη φοβερή ευθύνη της ανάμιξης της Ελλάδας σε
τέτοιο μάλιστα πόλεμο,έκρινα πως καθήκον μου ήταν να προφυλάξω τον
τόπο από αυτόν, έστω και με κάθε τρόπο, ο οποίος όμως θα συμβιβαζόταν με
τα γενικότερα συμφέροντα του Έθνους. Σε σχετικές βολιδοσκοπήσεις προς
την κατεύθυνση του Άξονα, μου δόθηκε να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύση
ήταν η εκούσια προσχώρηση της Ελλάδας στην «Νέα Τάξη».
Συγχρόνως όμως, μου δόθηκε να καταλάβω ότι η ένταξη στη «Νέα Τάξη»
προϋπέθετε προκαταρκτική άρση όλων των παλαιών διαφορών με τους
γείτονές μας. Και ναι μεν αυτό θα συνεπάγονταν φυσικά κάποιες θυσίες για
την Ελλάδα, αλλά οι θυσίες αυτές θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως
ασήμαντες μπροστά στα «οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα», τα οποία θα
είχε για την Ελλάδα η «Νέα Τάξη» στην Ευρώπη και στη Βαλκανική.
Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, μου δόθηκε να κατανοήσω ότι οι θυσίες
αυτές συνίστατο σε μερικές ικανοποιήσεις προς την Ιταλία δυτικώς μέχρι την
Πρέβεζα και προς τη Βουλγαρία ανατολικά μέχρι την Αλεξανδρούπολη.
Δηλαδή θα έπρεπε για να αποφύγουμε τον πόλεμο να γίνουμε εθελοντές
δούλοι και να πληρώσουμε αυτή την τιμή με το άπλωμα του δεξιού χεριού της
Ελλάδας προς ακρωτηριασμό από την Ιταλία και του αριστερού προς
ακρωτηριασμού από τη Βουλγαρία.
Φυσικά δεν ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι
Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδας. Και με το δίκιο τους.
Κυρίαρχοι πάντοτε της θάλασσας δεν θα παρέλειπαν, υπερασπιζόμενοι τους
εαυτούς τους, έπειτα από μια τέτοια αυτοδούλωση της Ελλάδας στους
εχθρούς τους να καταλάβουν την Κρήτη και τα άλλα μας νησιά
τουλάχιστον.Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυπτε μόνο από την πιο απλή
λογική, αλλά και από ασφαλείς βέβαιες πληροφορίες από την Αίγυπτο, όπου
είχε ήδη προμελετηθεί και αντιμετωπισθεί η ενέργεια που θα έπρεπε να γίνει
ως φυσικό επακόλουθο κάθε τυχόν εκούσιας ή ακούσιας συνεργασίας της
Ελλάδας με τον Άξονα, στα ελληνικά νησιά, ώστε να εμποδιστούν οι δυνάμεις
του Άξονα να τα χρησιμοποιούσουν.
Θα δημιουργούνταν έτσι όχι δύο, όπως το 1916, αλλά τρείς αυτή τη φορά
Ελλάδες.
Πρώτη θα ήταν η επίσημη της Αθήνας, η οποία θα είχε φτάσει στην πώρωση
και στο κατάντημα για να αποφύγει τον πόλεμο να δεχτεί να γίνει εθελοντής
δούλος, πληρώνοντας μάλιστα την τιμή αυτή και με την συγκατάθεσή της να
αυτοακρωτηριασθεί τραγικότατα, παραδίνοντας στη δουλεία πληθυσμούς
αμιγώς ελληνικούς και μάλιστα μπορώ να πω τους ελληνικότερους των
ελληνικών.
Δεύτερη θα ήταν η πραγματική Ελλάδα. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής
γνώμης του Έθνους, το οποίο ποτέ δεν θα αποδεχόταν την εκούσιά του
υποδούλωση πληρωμένη μάλιστα με εθνικό ακρωτηριασμό αφόρητο, που θα
ισοδυναμούσε με οριστική ατίμωση και μελλοντική σίγουρη εκμηδένιση του
Ελληνισμού ως έννοια και οντότητα, πρώτα ηθική και δεύτερον υλική. Το
Έθνος ουδέποτε θα συγχωρούσε στον Βασιλιά και στην Εθνική Κυβέρνηση
της 4ης Αυγούστου τέτοια πολιτική.
Τρίτη, τέλος, θα προέκυπτε μια ακόμη Ελλάδα, η Ελλάδα την οποία δεν θα
παρέλειπαν να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκληση του δημοκρατισμού,
οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψη του βρετανικού στόλου, στην
Κρήτη και στα άλλα νησιά. Η τρίτη αυτή Ελλάδα, η «Δημοκρατική», θα είχε
με το μέρος της όχι μόνο την πρόθυμη υποστήριξη της Αγγλίας, στην οποία
θα έδινε το δικαίωμα να καλύψει τα νησιά μας, καλυπτόμενη και η ίδια στη
βόρειο Αφρική, αλλά θα είχε με το μέρος της και το εθνικό δίκιο. Η ηθική
δύναμη λοιπόν θα απορροφούσε μοιραίως την επίσημη Ελλάδα, γιατί θα
διέθετε η τρίτη αυτή Ελλάδα, την ανεπιφύλακτη έγκριση και ενίσχυση τής
ανεπίσημης δεύτερης Ελλάδας, την εθνική δημόσια γνώμη εν τη παμψηφία
της.
Έζησα κύριοι την περίοδο του εθνικού διχασμού, που δημιουργήθηκε το 1916
όταν από την κατάσταση εκείνη προέκυψαν δύο Ελλάδες, η της Αθήνας και
της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνο από μια νέα διαίρεση της Ελλάδας, μια νέα
διαίρεση μάλιστα κατά πολύ τραγικότερη, διότι όπως την σκιαγράφησα δεν θα
ήταν καν διχασμός, αλλά τριχοτόμηση, τον κίνδυνο αυτό τον θεωρώ για το
Έθνος και για το μέλλον του ασύγκριτα χειρότερο από τον πόλεμο, έστω και
αυτόν τον πόλεμο, από τον οποίον είναι δυνατό και υποδουλωμένη να βγει
προσωρινώς η Ελλάδα. Λέγω προσωρινώς γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι
τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας. Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν.
Δεν μπορούν να νικήσουν.
Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες προδικάζουν
την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των
Γερμανών. Είναι σύμμαχος των Άγγλων. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και
τώρα όπως και τότε, αλλά εν πάση περιπτώσει αυτή την εποχή, τουλάχιστον
προς το παρόν, δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Άξονα.
Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος, για τη Γερμανία η νίκη θα ήταν σε
κάθε περίπτωση δυνατή μόνο με κοσμοκρατορία. Αλλά η κοσμοκρατορία για
την Γερμανία κατέστη οριστικά αδύνατη στη Δουνκέρκη.
Ο πόλεμος για τον Άξονα έχει χαθεί, από τη στιγμή που η Αγγλία διακήρυξε:
«Θα πολεμήσουμε έστω και μόνοι στο νησί μας και πέραν των θαλασσών. Θα
πολεμήσουμε μέχρι της νίκης». Αλλά επιπλέον εμείς οι Έλληνες πρέπει να
γνωρίζουμε ότι δεν πολεμάμε μόνο για τη νίκη, αλλά και για τη δόξα.
Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί να μην είναι δική μας. Θα είναι νίκη του
Αγγλοσαξωνικού κόσμου, απέναντι στον οποίο η Γερμανία, η οποία αφού ως
τώρα δεν κατόρθωσε να επιτύχει οριστικό αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη
να συντριβεί. Διότι από τώρα και πέρα ο ορίζοντας δεν πρέπει να θεωρείτε για
τον Άξονα ανέφελος, ούτε προς Ανατολάς. Και η Ανατολή είναι πάντοτε
μυστηριώδης. Πάντοτε ήταν, αλλά σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά
είναι γεμάτη από απρόοπτα και μυστήριο. Τελικώς λοιπόν θα νικήσουμε. Και
θέλω φεύγοντας από την αίθουσα αυτή να πάρετε μαζί σας όλη την δική μου
απόλυτη βεβαιότητα ότι θα νικήσουμε.
Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω, ότι επισημότερο διακήρυξα από την
πρώτη στιγμή. Η Ελλάς δεν πολεμά για τη νίκη. Πολέμα για τη Δόξα. Και για
την Τιμή της. Έχει υποχρέωση προς τον εαυτό της να μείνει άξια της ιστορίας.
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλει να μείνει
μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήσει, έστω και χωρίς καμίαν ελπίδα νίκης.
Μόνον διότι πρέπει. Ξέρω ότι απ’ τη φοβεράν αυτήν δοκιμασία η Ελλάς θα
υποφέρει. Ξέρω όμως με βεβαιότητα ότι θα εξέλθει όχι μόνο ένδοξος αλλά και
μεγαλυτέρα».
Η απόρριψη του ιταλικού τελεσίγραφου αδ. μου, το γνωστό «ΟΧΙ» ,
προκάλεσε πρωτόγνωρα αισθήματα περηφάνιας και αποφασιστικότητας στους
Έλληνες. Όλοι μαζί, πέρα από πολιτικές και κοινωνικές διαφορές ξεχύθηκαν
στους δρόμους , αποφασισμένοι να αντισταθούν και να νικήσουν.
Οι Έλληνες φαντάροι , με το «χαμόγελο στα χείλη», μεθυσμένοι από το
όραμα της ελευθερίας, οπλισμένοι με ενθουσιασμό και πάθος που συνδαύλιζαν
οι σημαίες, τα πολεμικά εμβατήρια, και η φωνή του εκφωνητή στο
ραδιόφωνο, ξεκινούσαν για το μέτωπο σάν να πήγαιναν σε γιορτή.
Και ήταν πραγματικά γιορτή. Η πιο λαμπρή γιορτή της νεώτερης ελληνικής
ιστορίας.
Το ’40 τελέστηκε μια πράξη εξιλέωσης του ελληνικού λαού. Με την
αγωνιστικότητα και την αυταπάρνησή τους οι μαχόμενοι στα βουνά της
Ηπείρου θέλησαν να αποδείξουν στον ίδιο τους τον εαυτό, ότι ήταν πολύ πιο
άξιοι απ’ότι έδειχναν τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί της εισβολής.
Ο απολογισμός ήταν ήδη βαρύς· η εξουθενωτική διαμάχη βενιζελικών και
φιλοβασιλικών το 1916, η Μικρασιατική Καταστροφή το ’22, ο τυφεκισμός
των Έξι, και μετά οι κύκλοι της εκδίκησης και αντεκδίκησης.
Το φάσμα της αλληλοεξόντωσης είχε παραγίνει σκοτεινό, και τα μαθήματα
από το παρελθόν δεν είχαν ακόμη αντληθεί. Σύμφωνα με τις ενδείξεις, οι
Έλληνες έδειχναν ότι βαίνουν προς την αυτοκαταστροφή τους. Αλλά αυτό δεν
ήταν καθόλου κολακευτικό για ένα λαό που αγαπά την ιδέα που έχει για τον
εαυτό του· την ιδέα ότι είναι ικανός ακόμη και τη ροπή του προς την
αυτοκαταστροφή να την αναχαιτήσει, αν χρειαστεί. Και τον Οκτώβριο του
1940 δόθηκε μια μοναδική ευκαιρία για να αποδειχθεί αυτή η ικανότητα.
Λαός και πολιτική ηγεσία ρίχτηκαν τότε στον αγώνα κατά του εχθρού για να
ξεχάσουν ότι μέχρι τότε εξαντλούνταν στις μεταξύ τους διαμάχες στις οποίες
καμμιά παράταξη δεν δικαιωνόταν οριστικά, τελεσίδικα.
Ενώ στην Πίνδο η δικαίωση θα μπορούσε να έλθει για όλους. Σαν ευλογία της
Ιστορίας, σαν ανακούφηση , με τη διαπίστωση ότι επιτέλους αυτός ο λαός, ο
τόσο γήινος και βουτηγμένος στα πάθη του, μπορούσε να φθάσει στο ύψος
του ιδεατού.
Για ένα τέτοιο λαό η εθνική ενότητα ήταν η πιο δυσπρόσιτη ιδέα.
Αλλά ακριβώς γι’αυτό προσπάθησε τότε να την συλλάβει. Και για τον ίδιο λόγο
όταν το κατόρθωσε ένιωσε την περηφάνεια που νιώθη κάποιος όταν
επιτυγχάνει εκεί όπου άλλοι προεξοφλούν ότι θα αποτύχει.
Όπως σημείωνε συγκινημένος στο ημερολόγιό του την 28η Οκτωβρίου του
’40, ο «ψυχρός» συνήθως Γιώργος Θεοτοκάς :
« Στις κρίσιμες ώρες οι Έλληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ
στις ομαλές περιστάσεις συμβαίνει τόσο συχνά να το ξεχνούν !»
Το «ΟΧΙ» του Μεταξά στον Γκράτσι, που το αγκάλιασε τόσο θερμά ο
ελληνικός λαός λίγες ώρες αργότερα, ήταν τόσο άμεσο και κατηγορηματικό,
που δύσκολα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς καρπό μιας ψύχραιμης
ανάλυσης του στρατιωτικού συσχετισμού στα αλβανικά σύνορα και στην
Ανατολική Μεσόγειο.
Από την άλλη, θα ήταν εξ’ ίσου λάθος να δει κανείς στο «ΟΧΙ» μόνο μια
συναισθηματική φορτισμένη απάντηση στο αλαζονικό τελεσίγραφο, μιαν
απερισκεψία, χωρίς επίγνωση των βαρυσήμαντων συνέπειών της.
Το «ΟΧΙ» συνδύασε εξ’ ίσου πολύ μυαλό και ψυχή.
Το μυαλό ήταν η καλή πολεμική προετοιμασία των χρόνων που είχαν
προηγηθεί, η οποία ενίσχυε το ηθικό και τόνωνε την αυτοπεποίθηση, παρά
την ασάφεια των υποσχέσεων τού Λονδίνου για συνδρομή, σε περίπτωση
ελληνικής εμπλοκής στον πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μεταξάς, καθ’όλο το
1939 είχει διεξάγει μια μάχη μυστικών υπηρεσιών και είχε καταφέρει να πείσει
τους κατασκόπους τής Ιταλίας και της Γερμανίας, πως η Ελλάδα χρειαζόταν
πολλές εβδομάδες να συγκεντρώσει το στρατό στα σύνορα, ενώ στη
πραγματικότητα χρειάστηκε λιγότερο από οκτώ ημέρες. Η τακτική αυτή
πέτυχε να υποτιμήσουν οι εχθροί τον Ελληνικό στρατό, δίνοντας έτσι
σημαντικό πλεονέκτημα στις δυνάμεις μας. Όπως λένε οι ειδικοί, η
επιστράτευση του 1940, ήταν η καλύτερα οργανωμένη στη νεοελληνική
ιστορία.
Όσο για τη ψυχή, η άνανδρη βύθιση της «Έλλης», δυόμισι μήνες νωρίτερα,
την είχε φορτίσει με αποθέματα πάθους και συγκίνησης.
Έτσι, μολονότι η επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα απέφευγε τις προκλήσεις,
το πατριωτικό συναίσθημα, ένα νεύμα ήθελε για να ξεσπάσει.
Το βαθύτερο λοιπόν νόημα του «ΟΧΙ» της 28 η ς Οκτωβρίου ήταν μια
ριψοκίνδυνη απόφαση, που βασιζὀταν σε καλό σχεδιασμό και υψηλο
φρόνημα.
Θα τελειώσω με ένα απόσπασμα που έγραψε ο Στράτης Μυριβήλης στο
περιοδικό «Νέα Εστία», στις 15 Νοεμβρίου 1940:
« Από την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων.
Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή
από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος , και οι λαοί τού
κόσμου, οχτροί , φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη.
Ποιό θα’ναι το τέλος του;
Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας, στέκεται στην
αρχή. Το πως όλοι μαζί κάναμε τον πόλεμο, αυτό είναι η νίκη της φυλής.
Όλα τ’ άλλα είναι μηχανολογία. Και δεν είναι μόνο μια πράξη τιμής ετούτη η
ομόψυχη ενέργεια. Είναι ακόμα μια πράξη υγείας και μια πράξη φαντασίας.
Μόνο ένας οργανισμός πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη δόξα της ζωής
έχει τη δύναμη να ορμά προς τη θυσία με τόσο κέφι. Και μόνο ένας λαός με
ισχυρή φαντασία μπορεί να εξαρθεί πάνω από το υλικό βάρος των ατομικών
συμφερόντων και να χυμήξει με τέτοια αποκοτιά με ανοιχτές τις φτερούγες
προς την αναμμένη φλόγα.
Σήμερα στεκόμαστε στην υψηλότατη κορφή της ιστορίας μας.
Εκεί που ο αέρας είναι αμβροσία.
Μπορούμε σήμερα να δεχτούμε τον Αισχύλο κοντά μας, δίχως να μας
ταπεινώσει ο μεγάλος και ιερός ίσκιος του. Και είναι μια υπεράνθρωπη χαρά
για κάθε πνευματικό άνθρωπο, να μπορέσει να σταθεί με ασφάλεια και με
επίγνωση σε τούτη την επικίνδυνη θέση, όπου το χώμα είναι σφραγισμένο
από τα βήματα των θεών και των ηρώων.
Όρθιος πάνω στη βίγλα της επίσημης ώρας, γεμάτος από ολάκερο το
παρελθόν της φυλής, γεμάτο από το νόημα της Ελληνικής Γης, που γέννημα
και φύτρο της είναι ο καθένας μας , έργο του ήλιου της και του χώματος τής
θάλασσάς της. Να σταθεί ο καθένας μας δικαιωμένος και ήσυχος μπρος
σ’οτιδήοτε κι αν πρόκειται να συμβεί.
Φτάνει αυτό να’ναι μέσα στο Νόμο της Ιστορίας της φυλής, που αυτός
προστάζει και εμείς πράττουμε. Να σταθεί ευτυχισμένος και να αναπνεύσει με
όλο του το στήθος τον αέρα των ελληνικών αιώνων, που’ναι μεθυστικός σαν
κρασί, γιατί είναι γεμάτος από σπέρματα ζωής, από τραγούδια και μύθους και
φαντασίες.
Καθένας να σταθεί έτσι με τη ψυχή γυμνή μπροστά στο Θεό, ώσπου να
αισθανθεί την ασήμαντη μονάδα τής ύπαρξής του απόλυτα ενσωματομένη
μέσα στην αιώνια μορφή της φυλής, αιώνιος κι αυτός μαζί Της. »

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Οι ελληνικές πρωτιές στον πόλεμο του ΄40


Δημοσίευμα εφημερίδας «Κυριακάτικη Δημοκρατία», 26/10/2014


Οι ελληνικές πρωτιές στον πόλεμο του ΄40



Το απαράμιλλο πνεύμα αγωνιστικότητας, αντίστασης και εν τέλει ελευθερίας που επέδειξε ο ελληνικός λαός στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αντικατοπτρίζεται στις σελίδες της Ιστορίας, που επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα δεν είχε μόνο ενεργή συμμετοχή, είχε συμμετοχή πρωτοπόρα και γεμάτη διακρίσεις. Επτά δεκαετίες μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων «τρέχει» από τη Διακομματική Επιτροπή, μια πρώτη προσπάθεια καταγραφής των διακρίσεων αυτών αναδεικνύει μέσα από γνωστά ή λιγότερο γνωστά γεγονότα τα εντυπωσιακά ελληνικά πρωτεία. Δυστυχώς, όχι μόνο θετικά, αλλά και αρνητικά.

Τα αρνητικά «πρωτεία» καθρεφτίζονται γλαφυρά στα συμπεράσματα των γενικών απωλειών: «Ο πληθυσμός της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 ήταν 7.335.000. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ανερχόταν σε 6.804.000. Με μέτρο τον προπολεμικό ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, αν δεν είχαν μεσολαβήσει ο πόλεμος και η Κατοχή, το 1944 η Ελλάδα θα είχε πληθυσμό 7.745.000 περίπου. Ετσι, οι ανθρώπινες απώλειες υπολογίζονται στο 12% του προπολεμικού πληθυσμού... Σύμφωνα με στατιστικές εκτιμήσεις του ΟΗΕ, στις ζημιές από τον πόλεμο, σε σύγκριση με το ετήσιο εισόδημα, η Ελλάδα έρχεται πρώτη με συντελεστή 170%, ενώ η ηττημένη Γερμανία δεύτερη με συντελεστή 135%» (ΓΕΣ/ΔΙΣ, 2009, Δοξιάδης, 1947).

Ωστόσο, οι θετικές πρωτιές, οι πρωτοπόρες δράσεις και οι αποκλειστικότητες υπερτερούν, καταδεικνύοντας ότι η ελληνική ορμή για ανεξαρτησία και ελευθερία δεν εκδηλώνεται σαν μια στιγμιαία, παρορμητική έξαρση, που κορυφώνεται τη στιγμή της αναμέτρησης στα αλβανικά βουνά, αλλά βρίσκεται παντού σαν μια διαρκής, διαχρονική τάση, που χαρακτηρίζει όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Κάτι που μπορεί κανείς να διαπιστώσει μέσα από την καταγραφή που ακολουθεί.


Η μεγαλειώδης αντίσταση στα οχυρά Ρούπελ και η αήττητη Μεραρχία Ιππικού

Μετά την αποτυχία της ιταλικής εαρινής αντεπίθεσης, στις 6 Απριλίου, η Ελλάδα δέχεται και γερμανική επίθεση. Η μάχη στα οχυρά της γραμμής Μεταξά (γνωστά περισσότερο ως οχυρά Ρούπελ) υπήρξε απαράμιλλη, για τον έως τότε πόλεμο, σε ένταση, πείσμα και πολεμικό πνεύμα απέναντι στον γερμανικό στρατό. Οι υπερασπιστές των οχυρών εξήλθαν με τον οπλισμό και την πολεμική σημαία τους. Κατά την παράδοση, οι Γερμανοί «μιλάν με απορία για την ελληνική άμυνα, που τη χαρακτηρίζουν μεγαλειώδη. Ο στρατηγός Μπαίμε, ο ίδιος που διεύθυνε τον κατά μέτωπον αγώνα, δεν πιστεύει στα μάτια του όταν βλέπει το Περιθώρι με 120 μόνο φαντάρους φρουρά να έχει πιάσει 300 Γερμανούς αιχμαλώτους. Αυτό τον κάνει να πει στον μέραρχό μας πως λυπάται ότι τέτοιος στρατός σαν τον ελληνικό δεν ήτανε σύμμαχος του Αξονα παρά αντίπαλος» (Ζαλοκώστας, 2011).

Λόγω της πεισματώδους αντίστασης στη γραμμή Μεταξά, οι Γερμανοί αναζήτησαν δευτερεύοντα ελιγμό για να υπερκεράσουν την ελληνική άμυνα. Κατέβαλαν τάχιστα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και επιχείρησαν γρήγορη προέλαση προς τον Νότο, αποκόπτοντας, τελικά, την ελληνική στρατιά του αλβανικού μετώπου από τις δυνάμεις στα ανατολικά της χώρας και περικυκλώνοντάς τη.

Η πορεία των γερμανικών δυνάμεων ανεκόπη αρχικά από τη σθεναρή αντίσταση του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), το οποίο διεύρυνε τον τομέα δράσης του προς τα δυτικά ως τον Αξιό, καλύπτοντας έτσι τον κρίσιμο διάδρομο Μοναστηρίου - Κοζάνης. Στις αμυνόμενες ελληνικές δυνάμεις περιλαμβανόταν μία από τις καλύτερες μονάδες του Ελληνικού Στρατού, η Μεραρχία Ιππικού, υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά. Σύντομα έλαβε θέσεις στο όρος Βαρνούς, δυτικά της Φλώρινας, υπό συνθήκες χιονόπτωσης εναλλασσόμενης με βροχή και ομίχλη, σε 1.400 μέτρα ύψος. Αποστολή της ήταν να αποκλείσει τον πλέον σημαντικό διάδρομο, που οδηγούσε από βόρεια προς Κρυσταλλοπηγή, Κορυτσά και Καστοριά. Στις 11 Απριλίου γερμανικά τμήματα της 73ης Μεραρχίας Πεζικού και φάλαγγες αρμάτων της επίλεκτης 1ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας των S.S. με τίτλο «Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ», με διοικητή τον στρατηγό Zep Dietrich, δυνάμεως 9.000 ανδρών, που είχε διακριθεί στη κατάληψη της Πολωνίας και της Γαλλίας, επιχείρησαν να εκβιάσουν δίοδο προς τον Νότο.

«Πλησιάζοντας τις ελληνικές γραμμές βλήθηκαν από τους ιππείς, που είχαν αφιππεύσει και μάχονταν ως πεζοί, και από το πυροβολικό της Μεραρχίας Ιππικού. Η σύγκρουση γενικεύτηκε όταν οι Γερμανοί αναπτύχθηκαν και ανταπέδωσαν τα πυρά. Οι εύστοχες βολές των πυροβολητών και η δυσκολία των Γερμανών να κινηθούν πάνω στα υψώματα δημιούργησαν γρήγορα άσχημες συνθήκες για τους επιτιθέμενους και, ευρισκόμενοι υπό το βάρος των αυξανόμενων απωλειών, άρχιζαν να κλονίζονται. Οι θαρραλέοι ιππείς, που είχαν αφιππεύσει, πολεμώντας με τις αραβίδες και τα λίγα πολυβόλα τους, με την περιορισμένη αλλά επιτυχή υποστήριξη κατάλληλα ταγμένου πυροβολικού, επέτυχαν να αναχαιτίσουν την επίθεση του εχθρικού πεζικού. Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν το μάταιο των προσπαθειών τους και αναδιπλώθηκαν. Σύντομα οι οπισθοχωρούντες Γερμανοί, καταδιωκόμενοι από τους ιππείς του Στανωτά, τράπηκαν σε φυγή.... Τελικά, μετά τη συνθηκολόγηση, στις 24/25 Απριλίου, η νικηφόρος Μεραρχία Ιππικού αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί, αφού αντιμετώπισε τις καλύτερες μονάδες του ιταλικού και του γερμανικού στρατού, χωρίς να έχει υποστεί καμία ήττα στο πεδίο της μάχης» (Νοταρίδης, 2013). Το περιστατικό αποκτά ιδιαίτερη αξία, αν ληφθεί υπόψη ότι η χρήση του ιππικού ως όπλου κύριας κρούσης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί από το 1917, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα άρματα μάχης.


Εναντίον όλων

Στις 21 Απριλίου ο στρατηγός Τσολάκογλου, χωρίς να λάβει υπόψη του τη θέση της πολιτικής ηγεσίας, προχωρά στην υπογραφή συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς, καθώς πρώτη η Ελλάδα αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τη σχεδιασμένη επίθεση και των δύο μεγάλων δυνάμεων του Αξονα, της Ιταλίας και της Γερμανίας. Η Ελλάδα, επίσης, βρέθηκε στην εξαιρετικά δυσχερή θέση να έλθει αντιμέτωπη με τους στρατούς συνολικά τεσσάρων χωρών: της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Αλβανίας και της Βουλγαρίας.


Γιώργος Κοκκίνης - Γιάννης Μαθιουδάκης

Η ξαφνική αλλαγή στρατηγικής του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ που μέσα σε διάστημα λίγων ημερών είδε τη στρατιωτική ηγεσία και τους δικαστές

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Κυριακάτικη Δημοκρατία», 26 Οκτωβρίου 2014


Η ξαφνική αλλαγή στρατηγικής του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ που μέσα σε διάστημα λίγων ημερών είδε τη στρατιωτική ηγεσία και τους δικαστές

Σε «στρατηγικά» ανοίγματα προκειμένου να διεισδύσει εκλογικά σε δεξαμενές πιο «σκληρών» ψηφοφόρων, όπου η Αριστερά είχε παραδοσιακά χαμηλά ποσοστά, επιδίδεται το τελευταίο διάστημα ο Αλέξης Τσίπρας. Οι εισηγήσεις που... εδώ και αρκετό καιρό δεχόταν να συναντήσει τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Δημήτρη Αβραμόπουλο και εν συνεχεία να προχωρήσει σε μια δήλωση στήριξης των Ενόπλων Δυνάμεων υιοθετήθηκαν τελικά αυτήν την εβδομάδα.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με πληροφορίες είχε εδώ και αρκετό διάστημα στην ατζέντα του ένα τέτοιο άνοιγμα, καθώς θεωρεί ότι υπάρχει «πρόσφορο έδαφος» σε όσους υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις. Εξάλλου, ο ίδιος και -κυρίως- οι επιτελείς του γνωρίζουν ότι από την αρχή της κρίσης οι στρατιωτικοί έχουν δεχθεί τεράστιες μειώσεις στους μισθούς και είναι «στα κάγκελα».

Έτσι, ο Αλέξης Τσίπρας ήρθε πριν από λίγες μέρες ως «σωτήρας» να υποσχεθεί ότι σταδιακά -εάν γίνει κυβέρνηση- θα επαναφέρει τις αποδοχές τους στα επίπεδα του 2009. Ο ίδιος, μάλιστα, εκτιμώντας την απήχηση που έχει στην κοινωνία η στρατιωτική ηγεσία, ξεκαθάρισε: «Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων περιβάλλεται από εμπιστοσύνη, γιατί το κράτος θα έχει συνέχεια».

Την ίδια ώρα βρήκε την ευκαιρία να εμφανίσει το «πατριωτικό» πρόσωπό του, καθώς κατακεραύνωσε τη στάση της Τουρκίας σχετικά με την κυπριακή ΑΟΖ. Όλα αυτά, λοιπόν, εντάσσονται στη στροφή που επιχειρεί σταδιακά η ηγεσία του κόμματος σε ένα εκλογικό σώμα, το οποίο βρίσκεται αρκετά μακριά από τα «αριστερίστικα» συνθήματα.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι η Κουμουνδούρου προσβλέπει στην κατακόρυφη αύξηση των ψηφοφόρων της από τη συγκεκριμένη δεξαμενή όμως η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ κινείται στη λογική «μάζευε και ας είναι ρώγες»! Στον αντίποδα, πάντως, στα κεντρικά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν βρίσκονται όλοι στο ίδιο μήκος κύματος με την ηγεσία, μια και υπάρχουν στελέχη που μετά βδελυγμίας απορρίπτουν οποιαδήποτε κίνηση «πλευρίσματος» των στρατιωτικών.

Άλλο ένα στοιχείο που δείχνει ότι ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να απλώσει δίχτυα σε κοινωνικές ομάδες στις οποίες μέχρι πρότινος δεν είχε ερείσματα είναι η πρόσφατη συνάντηση με τους δικαστές. Εκμεταλλευόμενος τις οικονομικές εκκρεμότητες της κυβέρνησης προς τους δικαστές μετά τη δικαίωσή τους από το Μισθοδικείο, υποσχέθηκε και σε αυτήν την περίπτωση ότι θα «τα δώσει όλα». Να θυμίσουμε ότι πριν από περίπου 10 μέρες ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αναγνώρισε την αναγκαιότητα σεβασμού της δικαστικής απόφασης του Μισθοδικείου που δικαιώνει τις δικαστικές ενώσεις και σημείωσε ότι η εισοδηματική αποκατάσταση όσων έχουν υποστεί περικοπές πρέπει να γίνει με τρόπο συντεταγμένο και ορθολογικό.

Όταν οι συνιστώσες ήθελαν μισθούς ειδικευμένου εργάτη (!) για τους αξιωματικούς

Κατάργηση επαγγελματικού στρατού και επέκταση του ασύλου σε όλους τους εργασιακούς χώρους

ΜΠΟΡΕΙ ο Αλέξης Τσίπρας να ποντάρει στην προσέγγιση με τους στρατιωτικούς για να αυξήσει τα κουκιά, όμως την ίδια γνώμη δεν φαίνεται να συμμερίζονται οι συνιστώσες του κόμματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το «Κείμενο Συμβολής» της Κομμουνιστικής Τάσης του ΣΥΡΙΖΑ που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια του περσινού Ιδρυτικού Συνεδρίου. Τα εν λόγω στελέχη πρότειναν τότε (σε αντίθεση με την αύξηση των μισθών που υποσχέθηκε πριν από λίγες μέρες ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης) να μειωθούν οι αποδοχές των αξιωματικών στα επίπεδα «του μισθού ενός ειδικευμένου εργάτη»!

Συν τοις άλλοις η Κομμουνιστική Τάση υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προχωρήσει στην κατάργηση του επαγγελματικού στρατού αλλά και «στην πλαισίωση του στρατού από στρατιωτικά αποσπάσματα των εργατικών οργανώσεων που θα εκπαιδευτούν στα στρατόπεδα με έξοδα του κράτους».

Χειρότερα είναι τα πράγματα σε ό,τι αφορά τα Σώματα Ασφαλείας, όπου τα εν λόγω στελέχη κάνουν λόγο για «κατάργηση όλων των ειδικών δυνάμεων καταστολής και αστυνόμευσης των αγώνων του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας. Απαγόρευση παρουσίας των Σωμάτων Ασφαλείας στους χώρους στους οποίους διεξάγεται πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα και επέκταση του ασύλου σε όλους τους εκπαιδευτικούς και εργασιακούς χώρους».

Την ίδια ώρα, πάντως, που ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της συνάντησης του με τον Δημήτρη Αβραμόπουλο εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η επανασχεδίαση της δομής των Ενόπλων Δυνάμεων από μηδενική βάση, όπως επίσης και η συγχώνευση επιτελικών λειτουργιών για περιορισμό της γραφειοκρατίας, του κόστους και του προσωπικού.

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι στο ίδιο κείμενο υπάρχει η ερώτηση «ήταν το επίπεδο της αποτρεπτικής ικανότητας των Ε.Δ. αντίστοιχο με τις θυσίες του ελληνικού λαού;», με την απάντηση να αναφέρει «όχι»!

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εάν έρθει στην κυβέρνηση, σκοπεύει να θεσπίσει ακόμα δύο ανεξάρτητες Αρχές: Του Συνηγόρου του Στρατιωτικού και του Γενικού Επιθεωρητή Οικονομικών της Άμυνας. Κάτι αντίστοιχο υπήρξε μόνο στη Σοβιετική Ρωσία, όταν δίπλα σε κάθε διοίκηση υπήρχε και ένας «πολιτικός» αξιωματικός - κομισάριος.

Τέλος, αλήστου μνήμης παραμένει και η δήλωση του αρμοδίου για τις Ε.Δ. Γιάννη Ταφύλλη, ο οποίος σε εκδήλωση για την παρουσίαση των θέσεων του κόμματος είχε ευαγγελιστεί ότι οι Ε.Δ. πρέπει να είναι ισχυρές για να αντιμετωπίσουν τις «απειλές διεθνών δυνάμεων που μπορεί να υπάρξουν αν οι Έλληνες αντισταθούν».

Οι κόντρες με τους δικαστές

Πάντως, οι κόντρες που κατά καιρούς άνοιξε η Κουμουνδούρου με τους δικαστές ήταν αρκετές. Κατά κύριο λόγο αφορούσαν παράνομες (κατά τον ΣΥΡΙΖΑ) προφυλακίσεις που σχετίζονται με τρομοκρατικές ενέργειες (όπως του Σάββα Ξηρού). Αυτές προκάλεσαν μεγάλο χάσμα και, ως εκ τούτου, ο Αλέξης Τσίπρας (που σύντομα προβλέπει εκλογές) αποφάσισε να ξεκινήσει την επαναπροσέγγιση.

Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο Τσίπρα για να κυβερνήσει περνά μέσα από μια σειρά «ανοιγμάτων», τα οποία έχει ήδη ξεκινήσει από την Εκκλησία και την επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Και, βέβαια, λίγες μέρες αργότερα ήρθε να επιβεβαιωθεί η «ιερή» στροφή με το ταξίδι στο Βατικανό και τη συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο. Όλα αυτά αναμένεται να συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να αλιεύσει ψήφους, τις οποίες στις προηγούμενες εκλογικές, μάχες είχε χαμένες από χέρι.


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

48ωρη απεργία στο ραδιόφωνο του ΣΥΡΙΖΑ, απλήρωτοι για 2 μήνες

Προβλήματα στη μισθοδοσία των υπαλλήλων φαίνεται να αντιμετωπίζει για μια ακόμη φορά το ραδιόφωνο της Αριστεράς. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Τεχνικών της Ελληνικής Ραδιοφωνίας αποφάσισε την πραγματοποίηση της  εξαγγελθείσας 48ωρης απεργιακής κινητοποίησης στο ραδιοσταθμό «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» για αυτή τη Δευτέρα 06/10/2014 από τις 05:00 π.μ. έως τις 05:00 π.μ. της Τετάρτης 08/10/2014 με αίτημα την εξόφληση των δεδουλευμένων των μηνών Αυγούστου 2014 και Σεπτεμβρίου 2014 στους εργαζόμενους Τεχνικούς (ηχολήπτες και ηλεκτρονικούς) του ραδιοσταθμού.



 Η απόφαση ήρθε μετά την άρνηση της διοίκησης του ραδιοσταθμού «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» να παραστεί στο δημόσιο διάλογο στον ΟΜΕΔ. «Καλούμε την Διοίκηση του ραδιοσταθμού να προχωρήσει στην άμεση αποπληρωμή όλων των δεδουλευμένων.»

Το περιστατικό σημειώνεται τη στιγμή που το κόμμα της αριστεράς τρέχει τα δυο μεγάλα επικοινωνιακά φεστιβάλ της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αντίστοιχες κινητοποιήσεις λόγω της απληρωσιάς είχαν σημειωθεί το 2010 αλλά και το 2012. Αντίστοιχα άσχημη φαίνεται να είναι η κατάσταση με τη μισθοδοσία και σε άλλα ηλεκτρονικά μέσα του κόμματος, όπως το left.gr.
- See more at: http://www.radiofono.gr/node/4540#sthash.OimaiQsu.dpuf

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Εκτός τόπου και χρόνου το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Ο κ. Τσίπρας έδειξε στη ΔΕΘ ότι δεν κατανοεί πλήρως την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Tου ευρωβουλευτή της ΝΔ Γιώργου Κύρτσου
 
Το πολυσυζητημένο οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο εμφάνισε σε γενικές γραμμές ο κ. Τσίπρας από το βήμα της ΔΘ, είναι κατώτερο των περιστάσεων. Είναι ένα μείγμα φοροαπαλλαγών και παροχών, το οποίο θα κοστίσει στον κρατικό προϋπολογισμό 12-18 δισ. ευρώ, ανάλογα με τον υπολογισμό, και θα σημάνει το τέλος του προγράμματος προσαρμογής και της ευρωπαϊκής αξιοπιστίας της Ελλάδας.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Τσίπρας πρότεινε σαρωτικές φοροαπαλλαγές, πολλές από τις οποίες είναι σωστές από οικονομική και κοινωνική άποψη, χωρίς όμως να συμπληρώσει τις προτάσεις του με τα αναγκαία ισοδύναμα μέτρα. Σαν να μην έφτανε αυτό, αξιοποίησε μια παραδοσιακού τύπου παροχολογία –συνέχεια του μοιραίου «τα λεφτά υπάρχουν»– στην προσπάθειά του να αξιοποιήσει τα προβλήματα της κυβέρνησης και να διευρύνει το ακροατήριό του.


 
Το «αύριο» του 6,3%
Βασικό επιχείρημα του κ. Τσίπρα είναι ότι οι προτάσεις του έχουν πλέον ευρύτερη ευρωπαϊκή απήχηση, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει σε επίπεδο Ε.Ε. «τις δυνάμεις του αύριο».
Στην πραγματικότητα η εκλογική απήχηση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αποδείχθηκε πολύ περιορισμένη στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014, από τη στιγμή που κατέγραψε ένα ποσοστό της τάξης του 6,3%. Στην ομάδα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς συμμετέχουν δυνάμεις από Ιρλανδούς εθνικιστές μέχρι Σκανδιναβούς οικολόγους, που δεν προσυπογράφουν το σύνολο των θέσεων που εκφράζει ο κ. Τσίπρας. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι έχει την ευρωπαϊκή απήχηση και τις ευρωπαϊκές διασυνδέσεις που χρειάζονται για τη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, προκειμένου να καθησυχάσει τους ψηφοφόρους που ανησυχούν για το ενδεχόμενο εκλογικής επικράτησης και σχηματισμού κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Με τις δηλώσεις και τις πρωτοβουλίες που παίρνει η ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει αποξενώσει τους κεντροδεξιούς ηγέτες, όπως την κ. Μέρκελ, τους κεντροαριστερούς ηγέτες, όπως τον κ. Ολάντ και τον κ. Ρέντσι, και φυσικά τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ. Είναι αυταπόδεικτο λοιπόν ότι ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του δεν έχουν την ευρωπαϊκή επιρροή και τη διασύνδεση που αφήνουν –για προφανείς εκλογικούς λόγους– να εννοηθεί ότι έχουν.
 
Επικίνδυνη απλούστευση
Για να καλύψει τα κενά στην ευρωπαϊκή στρατηγική του, ο κ. Τσίπρας καταφεύγει σε επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις, του τύπου «Μέρκελ και μερκελιστές» από τη μια και ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, και ο «γραμματοκομιστής Σαμαράς» από τη μια και τα παλικάρια της επιθετικής διαπραγμάτευσης από την άλλη.
Η κ. Μέρκελ ηγείται της χώρας της Ευρωζώνης με τη μεγαλύτερη οικονομία και η κυβέρνησή της στηρίζεται από τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες, που εκφράζουν, με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, τα 2/3 των Γερμανών. Παρ’ όλα αυτά, πιέζεται πολιτικά από την άνοδο των δεξιών ευρωσκεπτικιστών του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία, που διεκδικεί την επιστροφή στο μάρκο και υπογραμμίζει σε όλους τους τόνους ότι η οικονομική στήριξη των χωρών του Νότου είναι πεταμένα λεφτά, τα οποία θα καλυφθούν, αργά ή γρήγορα, από τους Γερμανούς φορολογούμενους.
Η διαφωνία με τις επιλογές της κ. Μέρκελ είναι απόλυτα θεμιτή, η διαρκής καταγγελία της, όμως, και η δαιμονοποίησή της υπονομεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας. Επιπλέον, μπορεί σε βάθος χρόνου να ενισχύσουν τη συντηρητική πτέρυγα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, που ζητεί τη σκλήρυνση της πολιτικής της γερμανικής κυβέρνησης έναντι των χωρών του Νότου, και φυσικά της Ελλάδας, για να σταματήσει τη διαρροή ψηφοφόρων προς το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Οι κεντροαριστεροί πολιτικοί ηγέτες της Ε.Ε. διεκδικούν μια λιγότερο αυστηρή δημοσιονομική διαχείριση και πρόσθετη χρηματοδότηση των δημοσίων επενδύσεων. Συμφωνούν όμως με την καγκελάριο της Γερμανίας και τους άλλους κεντροδεξιούς ηγέτες για την άμεση και δραστική εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και την προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, που συμπεριλαμβάνουν τη μείωση του κόστους διαχείρισης του κράτους πρόνοιας και τις ιδιωτικοποιήσεις, και φυσικά την προγραμματισμένη απελευθέρωση της αγοράς εργασίας. Οι διαμάχες μεταξύ κεντροδεξιών και κεντροαριστερών ηγετών δεν έχουν σχέση με τη γενική κατεύθυνση και το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί, αλλά με το ρυθμό επίτευξης των στόχων που έχουν τεθεί και τη δυνατότητα ευελιξίας.
Για παράδειγμα, οι σχέσεις Γαλλίας και Γερμανίας δοκιμάζονται, όπως και οι εσωτερικές ισορροπίες της γαλλικής κυβέρνησης, επειδή η δεύτερη σημαντικότερη οικονομία της Ευρωζώνης καθυστερεί –εξαιτίας της ύφεσης– τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το 4% στο 3% του ΑΕΠ, που έχει συμφωνηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σοσιαλιστής Πρόεδρος της Γαλλίας κ. Ολάντ προτίμησε να απαλλαγεί από την παρουσία σοσιαλιστών υπουργών που αμφισβητούσαν τους στόχους της οικονομικής πολιτικής για να διευκολυνθεί η συνεννόησή του με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Επομένως, ο κ. Τσίπρας επικαλείται τις διαφωνίες μεταξύ των κεντροδεξιών και των κεντροαριστερών ηγετών της Ε.Ε. σε μια προσπάθεια να κρύψει την ευρωπαϊκή του απομόνωση. Οι προτάσεις του κινούνται εκτός του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου και δεν υποστηρίζονται από καμία κυβερνητική δύναμη των χωρών της Ευρωζώνης.
 
Ανύπαρκτο το «κούρεμα»
Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται, μεταξύ των άλλων, και στο «κούρεμα» του χρέους του ελληνικού Δημοσίου τουλάχιστον κατά 50%. Σαν πολιτικός θαυματοποιός, ο κ. Τσίπρας εξαφανίζει, σχεδόν στο σύνολό του, ένα χρέος που ξεπερνά τα 320 δισ. ευρώ, «κουρεύοντάς» το κατά 50%, ετεροχρονίζοντας την εξυπηρέτησή του στη βάση της λεγόμενης ρήτρας ανάπτυξης και ενός moratorium στις πληρωμές και προσθέτοντας στα παραπάνω τον συμψηφισμό των πολεμικών επανορθώσεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.
Δεν υπάρχει κυβερνητικό κόμμα χώρας-μέλους της Ευρωζώνης που να προσυπογράφει τις μαγικές λύσεις του κ. Τσίπρα για την εξαφάνιση του χρέους του ελληνικού Δημοσίου. Η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης θα αποτελούσε πολιτική αυτοκτονία για τους ηγέτες της Ευρωζώνης, οι οποίοι θα έπρεπε να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους ότι θα αναλάβουν τα βάρη που αναλογούν στους Έλληνες φορολογούμενους για την εξυπηρέτηση του υπέρογκου χρέους. Την ελληνική «συνταγή» διαγραφής του χρέους θα έπρεπε φυσικά να εφαρμόσουν και στην Ιταλία και στην Ισπανία, το Δημόσιο των οποίων βαρύνεται με οφειλές τρισεκατομμυρίων και όχι εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στην προσπάθειά του να καλύψει την εξωφρενική πολιτική μπλόφα με τη διαγραφή του χρέους του ελληνικού Δημοσίου, ο κ. Τσίπρας διαβεβαίωσε, από το βήμα της ΔΕΘ, ότι το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ θα αρχίσει να εφαρμόζεται από την επομένη του σχηματισμού κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της «επιθετικής διαπραγμάτευσης» για το χρέος του ελληνικού Δημοσίου.
Εάν όμως δεν «κουρευτεί» το χρέος του ελληνικού Δημοσίου με βάση τις προδιαγραφές του κ. Τσίπρα, θα παραμείνουν οι τοκοχρεολυτικές υποχρεώσεις που ασκούν πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό και δυσχεραίνουν τη χρηματοδότηση των κοινωνικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων.
Με τη μέθοδο Τσίπρα όχι μόνο δεν θα «κουρευτεί» το χρέος του ελληνικού Δημοσίου αλλά θα εμποδιστεί και η νέα ρύθμισή του, στη βάση της αποπληρωμής σε 50 αντί για 30 χρόνια που ισχύει σήμερα και της μερικής μείωσης των επιτοκίων. Από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι εταίροι και πιστωτές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αποφύγει τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το χρέος, θα θεωρήσουν ότι η ελληνική πλευρά χαρακτηρίζεται από έλλειψη αξιοπιστίας και θα σκληρύνουν τη διαπραγματευτική τους τακτική.
 
Συνεχίζεται η εποπτεία
Ο κ. Τσίπρας προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε θέση να απαλλάξει την Ελλάδα από τις δεσμεύσεις του μνημονίου αλλά και από οποιαδήποτε μεταμνημονιακή εποπτεία.
Ο μόνος τρόπος να απαλλαγούν οι χώρες που έχουν ενταχθεί σε πρόγραμμα από τις δεσμεύσεις των μνημονίων είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και η επιστροφή στις διεθνείς αγορές για την κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησής τους. Το έκανε με μεγάλη επιτυχία η Ιρλανδία, η οποία πλέον εκδίδει διετή ομόλογα με περίπου μηδενικό επιτόκιο, το κατάφερε η Πορτογαλία και το επιδιώκει η Ελλάδα. Με την πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Σαμαρά θα αφήσουμε σε τρεις, έξι ή δώδεκα μήνες οριστικά πίσω το μνημόνιο, για να ακολουθήσουμε το δρόμο της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Αντίθετα, στην περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης Τσίπρα θα δημιουργηθεί, με βάση το οικονομικό πρόγραμμα που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ, νέα κρίση αξιοπιστίας, η οποία θα ανεβάσει το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, θα μας απομονώσει για μία ακόμη φορά από τις διεθνείς αγορές και θα αυξήσει τη χρηματοδοτική μας εξάρτηση από τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές.
Ακόμη και μετά το τέλος του μνημονίου –το οποίο μπορεί να έρθει με κυβέρνηση Σαμαρά, όχι όμως με κυβέρνηση Τσίπρα– η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να εποπτεύεται βάσει των γενικών κανόνων που ισχύουν στην Ε.Ε., αλλά και των ειδικών, αυστηρότερων κανόνων για τις χώρες που έχουν λάβει σημαντική οικονομική στήριξη από το EFSF. Θα πρέπει να μειώσουμε τις δανειακές μας υποχρεώσεις κατά 70% για να απαλλαγούμε από την αυστηρότερη ειδική εποπτεία και να περάσουμε στους κανόνες που ισχύουν και για τις άλλες χώρες της Ε.E.
 
Πρόχειροι υπολογισμοί
Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται σε προκλητικά πρόχειρους οικονομικούς υπολογισμούς και στην παραδοσιακή, για την ελληνική πολιτική τάξη, προεξόφληση μελλοντικών εσόδων, που δεν γίνεται πλέον δεκτή σε επίπεδο Ε.E. Ο μόνος τρόπος να χρηματοδοτήσει η Ελλάδα τη μείωση της φορολογίας, για να διευκολυνθεί το πέρασμα της οικονομίας από την ανάκαμψη στη δυναμική οικονομική ανάπτυξη και να γίνουν ορισμένες αναγκαίες κοινωνικές παρεμβάσεις υπέρ συμπολιτών μας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, είναι η ισοδύναμη μείωση άλλων δημοσίων δαπανών. Κοινωνική πολιτική και επεκτατική οικονομική πολιτική με δανεικά δεν επιτρέπονται στο αυστηρό διαχειριστικό πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί, ιδιαίτερα για χώρες της Ε.Ε. με υπερχρεωμένο Δημόσιο.
Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα ιδιοτελούς προχειρότητας του οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ:
Υποτίθεται ότι το κόστος της ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων δανείων και των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων θα περιοριστεί σε 2 δισ. ευρώ, ενώ το πρόγραμμα ρυθμίσεων θα αποδώσει έσοδα 3 δισ. ευρώ μέσω της καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών σε καλύτερες οικονομικές συνθήκες. Θα πρέπει να γνωρίζει το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ ότι το πρόγραμμα είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία αποδίδει ήδη, σε ετήσια βάση, ένα ποσό που ξεπερνάει τα 2 δισ. ευρώ. Επομένως, θα πρέπει να αυξηθεί η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών στο επίπεδο των 5 δισ. ευρώ το χρόνο για να χρηματοδοτηθεί το οικονομικό πρόγραμμα με τον τρόπο που περιγράφουν ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του.
Άλλα 3 δισ. ευρώ έσοδα για το Δημόσιο επινόησε ο κ. Τσίπρας μέσω της πάταξης της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας πετρελαίου. Μόνο που η πρότασή του για επιστροφή στη μεγάλη διαφορά μεταξύ της φορολογίας του πετρελαίου θέρμανσης και της φορολογίας του πετρελαίου κίνησης αποκαθιστά το βασικό κίνητρο στο οποίο στηρίζεται εδώ και δεκαετίες το μεγάλης κλίμακας λαθρεμπόριο καυσίμων. Όσο για τα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου εισροής-εκροής καυσίμων στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Τσίπρας και τα οποία πράγματι πρέπει να τοποθετηθούν στα πρατήρια καυσίμων, δεν λύνουν το πρόβλημα του μεγάλης κλίμακας λαθρεμπορίου, στο οποίο απέφυγε να αναφερθεί –γιατί άραγε;– ο κ. Τσίπρας στην ομιλία του στη ΔΕΘ.
Πολιτικά ιδιοτελής είναι και η υπόσχεση για καταβολή 13ης σύνταξης, σε ετήσια βάση, στους συνταξιούχους με σύνταξη μικρότερη των 700 ευρώ το μήνα. Το ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό σύστημα παραμένει σε φάση αποσταθεροποίησης και κινδυνεύει να απορροφήσει 2-3 δισ. από τον κρατικό προϋπολογισμό πάνω από το όριο που έχει συμφωνηθεί με την τρόικα. Η κρίση χρηματοδότησης του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος βρίσκεται σε εξέλιξη, αυτό όμως δεν εμποδίζει τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να μοιράζει 13ες συντάξεις. Η τακτική του θυμίζει τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος μοίρασε το 2009 επιδόματα ύψους 1 δισ. ευρώ σε συμπολίτες μας με μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, για να τους επιβάλει, τον Μάιο του 2010, την πειθαρχία του μνημονίου. Ανάλογης ανευθυνότητας είναι και η δέσμευση Τσίπρα για δωρεάν φαρμακευτική περίθαλψη και την κατάργηση οποιασδήποτε επιβάρυνσης των ασφαλισμένων. Το «δωρεάν φάρμακο» συνέβαλε στον πολλαπλασιασμό της ετήσιας φαρμακευτικής δαπάνης την περίοδο 2000-2009, με αποτέλεσμα να ξεπεράσει τα 5 δισ. ευρώ, να συμβάλει στην υπερχρέωση του ελληνικού Δημοσίου και να προκαλέσει φοβερές επιβαρύνσεις στους πολίτες, των οποίων υποτίθεται ότι θα κάλυπτε τις ανάγκες.
Μία άλλη χαμηλού επιπέδου επινόηση του οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ είναι η υποτιθέμενη διεύρυνση της καταβολής του επιδόματος ανεργίας σε περισσότερους ανέργους, με την πρόσθετη δαπάνη να καλύπτεται από τις οικονομίες που θα πραγματοποιηθούν –σε ό,τι αφορά την καταβολή του επιδόματος ανεργίας– από το νέο πρόγραμμα, κόστους 5 δισ. ευρώ, με το οποίο υποτίθεται ότι θα δημιουργηθούν 300.000 νέες θέσεις απασχόλησης. Θα πρέπει να γνωρίζουν στο οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ ότι σήμερα μόνο ένας στους δέκα ανέργους παίρνει το επίδομα ανεργίας. Κατά συνέπεια, ακόμη και σε περίπτωση που μειωθούν οι άνεργοι κατά 300.000, οι σχετικές οικονομίες θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες και η δυνατότητα διεύρυνσης της καταβολής του επιδόματος ανεργίας περίπου ανύπαρκτη.
Η βασική αρχή που διατρέχει το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι μειώνουμε τη φορολογία και αυξάνουμε τις παροχές τώρα, για να δούμε στη συνέχεια πώς θα χρηματοδοτηθούν ανάλογα με τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Η προεξόφληση μελλοντικών εσόδων που μπορεί τελικά να μην υπάρξουν είναι μία από τις βασικές διαχειριστικές μεθόδους που οδήγησαν το ελληνικό Δημόσιο στην υπερχρέωση και τους Έλληνες που δεν επωφελήθηκαν από καταστάσεις στη μεγάλη περιπέτεια των μνημονίων.
 
Μπορούν καλύτερα
Αρκετές από τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκαίες από οικονομική και κοινωνική άποψη. Για παράδειγμα, πρέπει να βοηθηθούν οι συμπολίτες μας που αδυνατούν να καλύψουν το λογαριασμό της ΔΕΗ και πρέπει να υπάρξει μια ρύθμιση χρεών και ληξιπρόθεσμων οφειλών για να διευκολυνθεί το πέρασμα της ελληνικής οικονομίας από την ανάκαμψη στην ανάπτυξη. Όμως και οι σωστές προτάσεις χάνονται σε μια θάλασσα λαϊκισμού και ακυρώνονται από μια επίδειξη πολιτικής υποκρισίας. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε σοβαρά ισοδύναμα μέτρα για να χρηματοδοτηθούν οι αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις στον οικονομικό και στον κοινωνικό τομέα. Προσφέρονται στους ψηφοφόρους σαρωτικές μειώσεις φόρων και αποσιωπάται το γεγονός πως το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει την αύξηση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου, εκφρασμένων ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, κατά 3%-3,5% (6-7 δισ. ευρώ το χρόνο), για να φτάσουν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τέλος, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προπαγανδίζει μία «επιθετική πολιτική» έναντι των Ευρωπαίων πιστωτών και εταίρων μας χωρίς να εξηγεί ποιο μπορεί να είναι το κόστος μιας επιθετικής απάντησης της άλλης πλευράς για τον ελληνικό τουρισμό, τη ροή των κοινοτικών κονδυλίων, τη ρύθμιση των διαχειριστικών εκκρεμοτήτων του αγροτικού τομέα, το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και το ύψος της χρηματοδοτικής στήριξης που μπορεί να δοθεί στην Ελλάδα. Οι εύκολες και φυσικά ανύπαρκτες οικονομικές λύσεις του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζονται σαν συμβολή στην άνοδο του πραγματικού εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, ενώ στην περίπτωση που εφαρμοστούν μπορεί να προκαλέσουν μια νέα πτώση, της τάξης του 25%-30%.
 
[Free Sunday, 20/9/2014]

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Γιατί οι κυβερνήσεις κάνουν αυτά που δεν θέλουν;

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 14 Σεπτεμβρίου 2014
Του Νίκου Κωνσταντάρα

Γιατί οι κυβερνήσεις κάνουν αυτά που δεν θέλουν;
Παρακολουθώντας τη δυσκολία με την οποία ψηφίστηκε προχθές ο νόμος για τον ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων, και την αγωνία για το τι θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες, είναι να απορεί κανείς γιατί κυβερνήσεις κάνουν αυτά που δεν θέλουν. Στη Δημοκρατία, οι ψηφοφόροι κρίνουν τις κινήσεις των κυβερνήσεων και αποφασίζουν την τύχη τους, οπότε η εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων είναι πολιτική αυτοκτονία. Οπότε, πώς μπορεί μια κυβέρνηση να λειτουργεί κάτω από το βάρος της δυσφορίας των ψηφοφόρων αλλά και πολλών βουλευτών της; Γιατί συμβαίνει αυτό; Έχει άλλες επιλογές;

Κάθε κυβέρνηση σε δημοκρατική χώρα θα ήθελε να δίνει στον λαό αυτά που θέλει, όλη την ώρα. Αυτό, όμως, είναι ανέφικτο εάν η χώρα δεν κάθεται πάνω σε μια θάλασσα πετρελαίου. Αλλά και τότε είναι δύσκολο, εάν κρίνουμε από το πώς η Σαουδική Αραβία αγωνιά για να εξασφαλίσει την ευημερία για τους πολίτες της και πώς η Νορβηγία επενδύει προσεκτικά τα κέρδη από το πετρέλαιό της αντί να τα μοιράζει σε παροχές. Στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας ζούσαν το όνειρο όπου μπορούσαν να δίνουν σε κάθε ομάδα αυτά που ήθελε - οι κυβερνήσεις δεν έπεφταν επειδή δυσαρεστούσαν τους ψηφοφόρους, αλλά κυρίως επειδή οι αντίπαλοι τους υπόσχονταν περισσότερα απ’ αυτές. Ο εύκολος κρατικός δανεισμός επέτρεπε στις κυβερνήσεις να ικανοποιούν τον μέγιστο αριθμό πολιτών, αντί να τις αναγκάζει να εφαρμόσουν πολιτικές που θα αύξαναν την παραγωγικότητα και θα πετύχαιναν μια υγιή ισορροπία μεταξύ ομάδων του πληθυσμού.

Το αποτέλεσμα έχει δύο ολέθριες πτυχές: οι πολίτες αντιμετώπισαν απότομη πτώση των εισοδημάτων τους, ενώ τα πολιτικά κόμματα δεν ήξεραν πώς να καταστρώσουν πολιτική που θα συμμάζευε τα δημόσια οικονομικά χωρίς να αδικούνται κάποιοι ενώ άλλοι συνέχιζαν να φοροδιαφεύγουν. Γι’ αυτό, κάθε μέτρο που έπρεπε να εφαρμόσει η εκάστοτε κυβέρνηση από τις αρχές του 2010 είχε, εκ των πραγμάτων, σοβαρό πολιτικό κόστος. Οι κυβερνήσεις αναστέναζαν με όσα έπρεπε να κάνουν, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ενέτειναν τις καταγγελίες, και γενικώς καλλιεργείτο ένα κλίμα ότι «οι ξένοι» μας ανάγκαζαν (κυβέρνηση και πολίτες) να κάνουμε πράγματα που δεν θέλαμε. Η απειρία των κομμάτων στη διοίκηση και στη διαπραγμάτευση είχε ως αποτέλεσμα την αποδοχή πολιτικών και μέτρων που δεν ήταν προϊόν ζύμωσης των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων αλλά προτάθηκαν από την τρόικα. Έτσι υιοθετήθηκαν προγράμματα που είχαν μεγάλο οικονομικό, κοινωνικό και, τελικώς, πολιτικό κόστος - όπως ο συνδυασμός αυξήσεως της φορολόγησης και περικοπής δαπανών, την ώρα που η οικονομία ασφυκτιούσε από την έλλειψη ρευστότητας.

Το πελατειακό σύστημα στο οποίο ανδρώθηκαν οι πολιτικοί και τα κόμματα εμπόδιζε την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα απλοποιούσαν τη δημόσια διοίκηση - επειδή οι διαφανείς και απλές διαδικασίες μπορεί να ωφελούν τον πολίτη αλλά λειτουργούν εις βάρος των κομματικών πελατών στη διοίκηση. Έτσι εντάθηκε η αίσθηση ότι τα μόνα μέτρα που εφαρμόζονταν ήταν η περικοπή δαπανών και η αύξηση της φορολογίας (συχνά σε παράλογο και άδικο βαθμό που κατέστρεφε ανθρώπους) επειδή οι κυβερνήσεις δεν είχαν τη γνώση και τη διάθεση να βρουν δικαιότερες μεθόδους εξυγίανσης της οικονομίας. Γι’ αυτό κάθε μέτρο αντιμετωπίζεται με καχυποψία όχι μόνο από την αντιπολίτευση και τους ψηφοφόρους, αλλά και από αρκετούς βουλευτές της συμπολίτευσης. Οι τελευταίοι, γνωρίζοντας ότι ο ευκολότερος τρόπος να μην καταποντιστούν στις επόμενες εκλογές είναι να διαμαρτύρονται για όσα αναγκάζονται να κάνουν, δείχνουν δυσφορία όλο και πιο συχνά - σε βάρος της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση συνεργασίας, με ισχνή πλειοψηφία στη Βουλή, αναγκάζεται να ανέχεται αυτή την τριβή, η οποία, όμως, υποσκάπτει την αίσθηση ότι πιστεύει απολύτως σε όσα κάνει. Έτσι διαιωνίζεται η αίσθηση ότι η κυβέρνηση κάνει πράγματα που δεν θέλει, όταν δεν μπορεί να τα αποφύγει. Αυτό το ζούμε από την αρχή της κρίσης.

Πράγματι, συχνά η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να εφαρμόσει σειρά δεσμεύσεων σε αντάλλαγμα δόσεων των δανείων, ενώ οι πιστωτές δρουν με βάση αυτά που θέλουν οι δικοί τους ψηφοφόροι, αδιαφορώντας για τις πολιτικές συνέπειες στην Ελλάδα. Αυτό το γνωρίζουν οι Έλληνες πολιτικοί και πολίτες. Η σημερινή κυβέρνηση έχει σηκώσει μεγάλο βάρος, πληρώνοντας για λάθη και αμαρτίες του παρελθόντος. Η λιγοψυχία των βουλευτών πηγάζει από αυτό το παρελθόν: δείχνουν υπερβολικό φόβο και παθητικότητα για τις συνέπειες των πράξεών τους, αντί να πείθουν ότι επιλέγουν τις πολιτικές τους και πιστεύουν σε αυτές επειδή συμφέρουν τους πολίτες.

Διπλό αδιέξοδο για Ισραήλ και Χαμάς

Χερσαίες επιχειρήσεις με στόχο να καταφερθεί βαρύ πλήγμα στην επιχειρησιακή ικανότητα της Χαμάς εξαπέλυσε το Ισραήλ το βράδυ της Πέμπτης 17 Ιουλίου, ενώ λίγες ώρες πριν αξιωματούχος στην Ιερουσαλήμ είχε κάνει λόγο για συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, που είχε διαμορφωθεί μετά από συνομιλίες ισραηλινής αντιπροσωπείας στο Κάιρο.
Του Γιώργου Καπόπουλου


 
Εύλογα προκύπτει το ερώτημα τι –πέραν του κόστους για τον άμαχο πληθυσμό της Γάζας– θα έχει αλλάξει όταν θα τερματιστεί η επιχείρηση και αποχωρήσουν τα ισραηλινά στρατεύματα.
Πλήρης και αποτελεσματικός αποκλεισμός της Γάζας είναι αδύνατος χωρίς την πλήρη εμπλοκή της Αιγύπτου στο πλευρό του Ισραήλ, ώστε να κλείσει και η μόνη πλευρά της μεθορίου που δεν ελέγχεται από τον ισραηλινό στρατό.
Το καθεστώς Σίσι στο Κάιρο, που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, θεωρεί τη Χαμάς, που προέκυψε από τα σπλάχνα της, εξίσου αν όχι περισσότερο από την κυβέρνηση Νετανιάχου τρομοκρατική οργάνωση, αλλά και απειλή για την ίδια την Αίγυπτο. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να αναλάβει το κόστος μιας δημόσιας και δηλωμένης συνεργασίας με το Ισραήλ για το πλήρες σφράγισμα της Γάζας και επιπλέον είναι αμφίβολο αν ο αιγυπτιακός στρατός μπορεί να ελέγξει πλήρως τη μεθόριο, καθώς ούτε οι πιο άρτια επιχειρησιακά και οπλικά ισραηλινές δυνάμεις δεν το κατάφεραν τα τελευταία χρόνια στην περιοχή ευθύνης τους.
 
Η αρχή του κακού
Η σύγκρουση στη Γάζα άρχισε στις 12 Ιουνίου με την απαγωγή τριών ανήλικων Ισραηλινών, με την κυβέρνηση Νετανιάχου να σπεύδει να ρίξει την ευθύνη στη Χαμάς και με τις βολές πυραύλων κατά του Ισραήλ και τις επιθέσεις κατά Παλαιστινίων στην Ιερουσαλήμ να κλιμακώνονται και από τις δύο πλευρές μετά τις 8 Ιουλίου.
Στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα ανάφλεξη του μετώπου της Γάζας, που αποτυπώνει ανάγλυφα το αδιέξοδο, το κενό στρατηγικής και των δύο αντίπαλων πλευρών, τόσο της κυβέρνησης Νετανιάχου στο Ισραήλ όσο και της κυβέρνησης της Χαμάς στη Γάζα.
Στην Ιερουσαλήμ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: όμηρος των εντός και εκτός κυβερνητικού συνασπισμού ακροδεξιών πολιτικών σχηματισμών, ο Νετανιάχου δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί όχι να προωθήσει συνολική λύση με την παλαιστινιακή πλευρά αλλά ούτε καν να παγιώσει το σημερινό status quo. Συνεχώς ανακοινώνει νέα προγράμματα κατασκευής συγκροτημάτων για εποίκους γύρω από την Ιερουσαλήμ, ενώ ταυτόχρονα άδραξε την ευκαιρία της κατ’ αρχήν συμφωνίας Φατάχ-Χαμάς για να καταγγείλει τον Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Αμπάς ότι συνεργάζεται με τρομοκράτες.
 
Οι γύρω τους
Από τις αρχές του 2011, οπότε ξέσπασε στην Τυνησία και στην Αίγυπτο η «αραβική άνοιξη», και κυρίως με την έκρηξη του εμφυλίου στη Συρία αλλά και με την προσέγγιση του Ιράν με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ είδε να εξαφανίζονται δύο σημαντικές στρατηγικές απειλές για την ασφάλειά του: πρώτον, το ενδεχόμενο να καταστεί η Τεχεράνη πυρηνική δύναμη και, δεύτερον, την καταστροφή του χημικού οπλοστασίου της Δαμασκού. Έτσι, το Ισραήλ παραμένει η μόνη χώρα στην περιοχή όχι απλώς με πυρηνικά όπλα αλλά με πλήρη πυρηνική τριάδα: χερσαίους πυραύλους, μαχητικά αεροσκάφη με ρουκέτες πυρηνικών κεφαλών και πυρηνικά υποβρύχια. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του από το 1948 μέχρι και σήμερα το εβραϊκό κράτος δεν κατέγραφε παρόμοια υπεροχή και κατοχύρωση της ασφάλειάς του: Οι συμβατικές δυνάμεις της Συρίας και του Ιράκ δεν υφίστανται πια, η Τεχεράνη και η Δαμασκός δεν διαθέτουν πια όπλα μαζικής καταστροφής, ενώ στην Αίγυπτο ο στρατός είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Οι συνθήκες αυτές ήταν κάτι παραπάνω από ιδανικές για να επιδιώξει το Ισραήλ από θέση ισχύος συνολική εκκαθάριση-ειρήνευση με τους Παλαιστινίους. Δυστυχώς, όμως, στην ηγεσία του δεν είναι ούτε ο Ράμπιν, που πλήρωσε την τόλμη του με τη ζωή του, ούτε καν ο Σαρόν, που ως άλλος Απόστολος Παύλος βρήκε το φως του, άλλαξε γραμμή και διέταξε την πλήρη αποχώρηση από τη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2005.
 
Δυναμιτίζοντας τη λύση
Αντί, λοιπόν, να αξιοποιήσει την κατάρρευση των αντιπάλων του στον αραβικό κόσμο αλλά και τη διάσπαση των Παλαιστινίων, με τη Φατάχ να κρατά την Δυτική Όχθη και τη Χαμάς τη Γάζα, η κυβέρνηση Νετανιάχου κάνει ό,τι μπορεί για να δυσχεράνει μια συνολική λύση. Επενδύει στο παρατεταμένο χάος και στις συγκρούσεις στον αραβικό κόσμο για να αναδειχθεί η χώρα σε μοναδικό έρεισμα των ΗΠΑ στην περιοχή. Δυστυχώς, όμως, για τον Νετανιάχου και τους ιδεοληπτικούς συμμάχους του, ο χρόνος δουλεύει σε βάρος του Ισραήλ: Οι ΗΠΑ απεμπλέκονται, βρίσκουν, απ’ ό,τι φαίνεται, ένα πλαίσιο συμβιβασμού με την Τεχεράνη και αφήνουν τη σύγκρουση των σιιτών με τους σουνίτες να αλλάζει σύνορα, να κατεδαφίζει καθεστώτα, με δυο λόγια να εξαφανίζει ή να αποδυναμώνει κάθε συνομιλητή που θα μπορούσε να διαπραγματευτεί ένα πλαίσιο συνύπαρξης-συγκατοίκησης με το εβραϊκό κράτος.
Από την άλλη πλευρά, οι δύο αντίπαλες και πρόσφατα υπογράψασες εκεχειρία συνιστώσες της παλαιστινιακής εξουσίας βρίσκονται κι αυτές σε πλήρες εσωτερικό και περιφερειακό αδιέξοδο:

• Στη Ραμάλα ο Αμπάς και η Φατάχ συντηρούν μια σάπια και φθαρμένη στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πολιτών διοίκηση, η οποία δεν έχει πλέον άλλα ερείσματα στον αραβικό κόσμο, παρά την εσωστρεφή δικτατορία του στρατηγού Σίσι στην Αίγυπτο.

• Εξίσου φθαρμένη και αντιπαθής στην πλειοψηφία των πολιτών είναι και η αυταρχική-δικτατορική εξουσία της Χαμάς στη Γάζα, που κυβερνά από το 2007 σε καθεστώς συνεχούς πολιορκίας από το Ισραήλ από ξηρά και θάλασσα, με την απομόνωσή της να ξαναγίνεται πλήρης με την ανατροπή του Μόρσι από τον στρατηγό Σίσι στο Κάιρο εδώ και ένα χρόνο.

Χωρίς τον Μόρσι η Χαμάς είναι σε πλήρη απομόνωση. Οι δραματικές εξελίξεις στη Συρία εμποδίζουν δύο ένθερμους στο πρόσφατο παρελθόν υποστηρικτές της, την Τουρκία και το Κατάρ, να συνεχίσουν να τη στηρίζουν, ενώ η ταχεία προέλαση της ISIS στο Ιράκ διαμηνύει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για μετριοπαθές πολιτικό ισλάμ στον σουνιτικό αραβικό κόσμο. Έτσι, ως μόνη δυνατή φυγή προς τα εμπρός δεν μένει παρά η κλιμάκωση των πυραυλικών επιθέσεων κατά του Ισραήλ, με την προσδοκία ή, καλύτερα, με την ευχή να υπάρξει διεθνής πολιτική-διπλωματική παρέμβαση που, αν δεν τερματίσει, τουλάχιστον θα χαλαρώσει την πολιορκία της Γάζας.

Έτσι, οι δύο αδιαλλαξίες, του Νετανιάχου και της Χαμάς, αλληλοτροφοδοτούνται, με τη μεσολάβηση της Αιγύπτου να έχει καταγραφεί περισσότερο ως στήριξη στον Νετανιάχου παρά ως πραγματική προσπάθεια κατάπαυσης του πυρός, καθώς είναι βέβαιο ότι ο Σίσι θα ήθελε εξίσου αν όχι περισσότερο από τον Νετανιάχου να εξαφανιστεί η κυβέρνηση της Χαμάς στη Γάζα, με δεδομένο ότι η ισλαμική παλαιστινιακή οργάνωση προήλθε από τα σπλάχνα των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Ένα αιματηρό παιχνίδι αντοχής, με τις πυραυλικές επιθέσεις να νομιμοποιούν και να διευκολύνουν τον Νετανιάχου και με την πολιτική του Τελ-Αβίβ να παρατείνει τη ζωή των διεφθαρμένων και εξαντλημένων κυβερνητικών εξουσιών της Χαμάς στη Γάζα και της Φατάχ στη Δυτική Όχθη.
Τι μένει παρά η πλειοδοσία για το χειρότερο: Κλιμάκωση των πυραυλικών επιθέσεων και χερσαία εισβολή του Ισραήλ για να ξαναφορτωθεί το ίδιο αδιέξοδο κατοχής της Γάζας από το οποίο δραπέτευσε ο Σαρόν τον Σεπτέμβριο του 2005.
 
 [Free Sunday, 20/7/2014]